Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα μικρο
σπουργιτάκι που του άρεσε το καλοκαίρι. Του άρεσε πάρα πολύ. Κάθε χρόνο άφηνε την οικογένεια του για δέκα μέρες και πήγαινε να γνωρίσει άλλα μέρη. Μέρη που ήθελε να τα δει
από κοντά και ήταν εφικτό. Το χειμώνα
γύρναγε στη φωλίτσα του και στους δικούς του ανθρώπους.
Αναπολούσε τις καλοκαιριάτικες μέρες και περίμενε με λαχτάρα τις επόμενες που θα έρθουν.
Ένα καλοκαίρι όμως όλα άλλαξαν. Το μικρό
σπουργιτάκι αρρώστησε και δεν ήξερε τι είχε. Πήγε σε πολλούς γιατρούς για να δει τ ι του συμβαίνει μα κανείς δεν μπορούσε να του πει με
σιγουριά Έτσι αποφάσισε να κάνει ότι κάνει κάθε χρόνο
αλλά αυτή τη φορά χωρίς θέληση.
Έφυγε και πήγε κάπου κοντά. Καθώς
απομακρυνόταν κοίταγε πίσω την Αθήνα και τους γονείς του και ένοιωθε πως δεν θέλει να φύγει. "Τι μου συμβαίνει;" σκεφτόταν.
Πήγε στο
προορισμό του και προσπαθούσε να ευχαριστηθεί μα ήταν μάταιο ώσπου ένα
πρωί ξύπνησε και......
Αγχώδη διαταραχή διέγνωσε το γιατρός με κρίσεις πανικού και σημάδια κατάθλιψης.
"Γιατί σε εμένα ;"
αναρωτιόταν..
"Εγώ τα έχω όλα ! Δεν μου λείπει τίποτα.
Γιατί;"
"Δες το
σα μια δοκιμασία "του είπε η
μαμά του.
Και αυτό έκανε.
Αυτό το καλοκαίρι είναι καλά, όχι
πάρα πολύ καλά αλλά σίγουρα καλύτερα
από πέρυσιΚαι έχει αποφασίσει.
Δεν θα αφήσω τίποτα να μου καταστρέψει το καλοκαίρι μου.....